Ο άνθρωπος είναι ένας θεός σε σπάργανα

 

Ο άνθρωπος είναι ένας θεός σε σπάργανα. Ο Χρόνος είναι σπάργανα. Ο Χώρος είναι σπάργανα. Η σάρκα είναι σπάργανο και όμοια όλες οι αισθήσεις και τα πράγματα που γίνονται αντιληπτά μ’ αυτές. Η μητέρα γνωρίζει καλά ότι τα σπάργανα δεν είναι το μωρό. Το μωρό όμως δεν το γνωρίζει.

Ο άνθρωπος ακόμη έχει μεγάλη ιδέα για τα σπάργανά του που άλλάζουν μέρα με τη μέρα κι από εποχή σε εποχή. Γι’ αυτό οι ιδέες της συνείδησής του είναι πάντα σέ ροή και γι’ αυτό ο κόσμος που είναι η έκφραση της συνείδησής του, δεν είναι ποτέ καθαρός και με νόημα σαφές· και γι’ αυτό η κατανόησή του βρίσκεται μέσα σε ομίχλη· καί γι’ αυτό η ζωή του είναι χωρίς ισορροπία. Να η σύγχυση, τρεις φορές συγκεχυμένη.

Κι έτσι, ο Άνθρωπος ικετεύει για βοήθεια. Οι κραυγές της αγωνίας του αντηχούν στους αιώνες. Ό αέρας βαραίνει από τους θρήνους του. Η θάλασσα είναι αλμυρή από τα δάκρυά του.

Η γη είναι γεμάτη από τους τάφους του. Οι ουρανοί έχουν κουφαθεί από τις προσευχές του. Κι όλα αυτά γιατί δε γνωρίζει ακόμη τη σημασία του Εγώ που είναι γι’ αυτόν τά σπάργανα, καθώς και το βρέφος το σπαργανωμένο.

Λέγοντας «Εγώ», ο Άνθρωπος σκίζει τον κόσμο σε δυο κομμάτια: Τα σπάργανά του το ένα, ο άθάνατος έαυτός του Θεού το άλλο. Ό Άνθρωπος διαιρεί αληθινά το Αδιαίρετο; θεός φυλάξοι! Το Αδιαίρετο καμιά δύναμη δεν μπορεί νά το διαιρέσει. Ούτε του Θεού. Η άτέλεια του Ανθρώπου φαντάζεται το διαχωρισμό. Κι ο Άνθρωπος, το βρέφος, ζώνεται για πόλεμο και μάχεται ενάντια στον άπειρο παν-Εαυτό, πιστεύοντας οτι Αυτός είναι ο εχθρός της ύπαρξής του.

Σ’ αυτή τήν άνιση πάλη ο Άνθρωπος ξεσκίζει τις σάρκες του και χύνει το αίμα του ποτάμι, ενώ ο θεός, Πατέρας-Μητέρα, τον παρατηρεί με άγάπη. Γιατί Εκείνος γνωρίζει καλά ότι ο Άνθρωπος δε σκίζει παρά τα βαριά του πέπλα και δε χύνει παρά την πικρή χολή που τον εμποδίζουν να δει την ενότητά του με το Ένα.

Να η μοίρα του Ανθρώπου: να πολεμά, να αιμορραγεί και να λιποθυμάει και στο τέλος να συνέρχεται και να κλείνει το χάσμα στο Έγώ με τις ίδιες του τις σάρκες και να το σφραγίζει με το αίμα του.

 

– Από το “Βιβλίο του Μιρδάδ”, του Μιχαήλ Ναΐμυ

Ο Ιωάννης αγαπούσε το Βιβλίο του Μιρδάδ του Μιχαήλ Ναΐμυ – το θεωρούσε εμπνευσμένο και το χάριζε σε πολλούς ανθρώπους που ήρθαν σε επαφή μαζί του.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *